«Δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω όταν στεναχωριέμαι.»
Αυτή ήταν η φράση με την οποία ξεκίνησε μια θεραπευόμενή μου μια συνεδρία πριν από αρκετούς μήνες.
Όχι με θυμό. Όχι με υπεράσπιση. Με εξάντληση.
Μου περιέγραφε πώς κάποιες νύχτες ένιωθε ότι “χάνεται”. Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, είχε νιώσει απόρριψη στη σχέση της, είχε συγκρατήσει θυμό που δεν εξέφρασε ποτέ και όταν επέστρεψε σπίτι… άνοιξε το ντουλάπι.
Δεν πεινούσε πραγματικά.
Κι όμως έφαγε γρήγορα. Πολύ. Σχεδόν μηχανικά.
Και για λίγα λεπτά ένιωσε καλύτερα.
Ύστερα ήρθε η ντροπή.
Το φούσκωμα.
Η αυτοκατηγορία.
Το «πάλι απέτυχα».
Το «δεν έχω έλεγχο».
Το «τι πρόβλημα έχω;».
Αυτό που συχνά δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι είναι ότι η υπερφαγία δεν είναι απλώς “έλλειψη πειθαρχίας”. Πολύ συχνά είναι μια απελπισμένη προσπάθεια του νευρικού συστήματος να ρυθμίσει έναν πόνο που μοιάζει αβάσταχτος.
Όταν ένας άνθρωπος βιώνει έντονο άγχος, μοναξιά, ματαίωση, απόρριψη ή εσωτερικό κενό, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί το σύστημα συναγερμού. Το σώμα μπαίνει σε κατάσταση επιβίωσης. Αυξάνονται οι ορμόνες του στρες και ο οργανισμός αναζητά άμεσα ανακούφιση.
Και το φαγητό ,ειδικά τροφές πλούσιες σε ζάχαρη και λιπαρά , προσφέρει ακριβώς αυτό: μια γρήγορη, προσωρινή αίσθηση παρηγοριάς.
Για λίγα λεπτά ο πόνος μετακινείται.
Από την ψυχή στο σώμα.
Κάποιες φορές ο άνθρωπος προτιμά τον πόνο του στομαχιού από τον πόνο που κουβαλά μέσα του. Όχι επειδή του αρέσει να υποφέρει, αλλά επειδή ο σωματικός πόνος μοιάζει πιο γνώριμος, πιο συγκεκριμένος, πιο ελέγξιμος από ένα συναίσθημα που δεν έχει λέξεις.
Το δύσκολο είναι ότι μετά το υπερφαγικό επεισόδιο, το πρόβλημα συνήθως δεν λύνεται. Αντίθετα, προστίθεται ακόμη ένας κύκλος ντροπής και αυτοκριτικής.
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
Πονάω → τρώω για να ανακουφιστώ → νιώθω ενοχές → πονάω περισσότερο → ξανατρώω.
Στην πραγματικότητα, πολλές φορές το σώμα δεν ζητά φαγητό.
Ζητά ασφάλεια.
Ξεκούραση.
Τρυφερότητα.
Ρύθμιση.
Σύνδεση.
Να ακουστεί χωρίς να κριθεί.
Γι’ αυτό και η λύση σπάνια βρίσκεται στην αυστηρή δίαιτα, στην τιμωρία ή στο «από Δευτέρα τέλος». Όταν αντιμετωπίζουμε την υπερφαγία μόνο σαν πρόβλημα βούλησης, αγνοούμε το βαθύτερο ερώτημα:
«Τι προσπαθεί να αντέξει αυτός ο άνθρωπος;»
Η θεραπεία δεν ξεκινά όταν κάποιος “κόψει το φαγητό”.
Ξεκινά όταν αρχίζει να ακούει τον εαυτό του με λιγότερη βία.
Όταν μπορεί σιγά σιγά να αναγνωρίσει τι αισθάνεται πριν φτάσει στο σημείο να μουδιάσει με το φαγητό.
Όταν χτίζει άλλους τρόπους ανακούφισης.
Όταν το σώμα δεν χρειάζεται πια να φωνάζει τόσο δυνατά για να ακουστεί.
Και ίσως αυτό είναι σημαντικό να το θυμόμαστε:
Η υπερφαγία συνήθως δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Είναι ένας τρόπος επιβίωσης που κάποτε βοήθησε έναν άνθρωπο να αντέξει κάτι πολύ δύσκολο.
Και κανένας άνθρωπος δεν θεραπεύεται μέσα από τη ντροπή.
Οι άνθρωποι αλλάζουν όταν νιώσουν αρκετή ασφάλεια ώστε να μην χρειάζεται πια να πολεμούν τον εαυτό τους.


